ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΣ

Ο μεταφυσικός – φιλοσοφικός χωροχρόνος που νοηματοδοτεί την Φροϋδική εμπειρία είναι η κυρίαρχη Υποκειμενικότητα (Αντικειμενική) των νεώτερων καιρών με τους ζωτικούς του μύθους, με δεσπόζον μύθο, το μύθο της παντοδυναμίας του Λόγου, του τεχνικο επιστημονικού λογισμού και της θετικότητάς της. Ενώ εργάζεται με πνεύμα ριζοσπαστικής αποδόμησης και ανατροπής του μεταφυσικού δυϊσμού και υπαινίσσεται μια άλλη προοπτική, εντούτοις δεν κατορθώνει παρά να αντιστρέψει τους όρους της μεταφυσικής προοπτικής και μένει υποτελής της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας, κάνοντας την Ύλη το Υπερβατικό σημαίνον, δέσμιος του νατουραλιστικού επιστημολογικού προτύπου και της υλιστικής έκφρασής της. Να μην λησμονούμε όμως ότι το γνωσιοθεωρητικό «παράδειγμα» της εποχής του θεμελιώνεται στην καρτεσιανή μεταφυσική που διακρίνει τον κόσμο σε res extensa και σε res cogitans και το κοσμολογικό «παράδειγμα», εδράζεται στην νευτώνεια φυσική και την αιτιοκρατική αντίληψη του χρόνου.

Παρά την αμφισβήτηση από τον Φρόυντ των θεμελιωδών εννοιών-λέξεων της Δυτικής Μεταφυσικής, εντούτοις η ανθρωπολογία του παραμένει ανθρωποκεντρική, επιμένει να χρησιμοποιεί σχήματα και πρότυπα ερμηνευτικής κατανόησης και αιτιακής εξήγησης και όχι μόνο δεν καταφέρνει να αποδεσμευθεί από αυτές τις διακρίσεις και να σκεφτεί αυτό που δίνεται προς σκέψη και οικοδόμηση, αλλά μένει προσηλωμένος- παρά την αμφισβήτησή τους- στις έννοιες της αλήθειας και της πραγματικότητας και δεν τολμά να τις μετατοπίσει προς τον ορίζοντα, προς τα δίκτυα -και όχι τις αιτίες- τον κόσμο της περιπλάνησης. Ο εν λόγω κόσμος, ξεδιπλώνεται και αναδιπλώνεται και μέσα σε μια αδιάκοπη μεταμόρφωση, παραμένει δίχως αρχή και τέλος. Ο χωρίς θεμέλιο Κόσμος, μέσω του οποίου εμφανίζονται αίτια και δεσμοί, μέρη και πολυσύνθετα και ακόμα το περίφημο όλον της μεταφυσικής, συνιστά την ενότητα του πλήρους και του κενού, του Παντός και του Τίποτα.

Αυτή η Ενότητα, η μη ταυτολογική, διανοίγει και διανύει έναν τόπο μη τοπολογικό, που ανοίγεται και παραμένει χαίνων, καθώς έχει ερημωθεί από αυτό που αποσύρεται, τον χρόνο, τον μη χρονολογικό. Έτσι και η Φροϋδική σκέψη δομείται στο πλαίσιο των ‘’αρχετυπικών τοτέμ’’ του κλασσικής φιλοσοφικής και κοσμολογικής σκέψης που είναι οι δυαδικές αντιθέσεις και η αιτιοκρατική αρχή, τα οποία καθορίζουν, διαχρονικά, το σύστημα των κοινωνικών αναπαραστάσεων.

Ασυνείδητο Ενώ λοιπόν, ο Φρόυντ, εκθρονίζει το νεωτερικό κοσμοείδωλο της συνείδησης, το ego cogito, και το υποκαθιστά με το ασυνείδητο (Αυτό), εντούτοις και το ασυνείδητο, αυτός ο αρχέγονος φαντασιακός ορίζοντας, διερευνάται και συλλαμβάνεται ορθολογικά από το γνωστικό Υποκείμενο και την αναπαραστασιακή του ικανότητα. Του διαφεύγει ο μυθολογικός ορίζοντας της ψυχανάλυσης, ο μεταφυσικός πυρήνας της, μιας που διακρίνει τον Άνθρωπο από τον Κόσμο, διακρίνει τον Κόσμο σε κόσμο της πραγματικότητας και σε κόσμο της αναπαράστασης και δεν υποψιάζεται την συνύπαρξη ανθρώπου και κόσμου, την ενωτική και διπλή ταυτόχρονα εκδήλωση του μοναδικού Αόρατου Εν-Πολλαπλού που ξετυλίγεται χωροχρονικά. Κόσμος και Άνθρωπος ανήκουν αμοιβαία ό ένας στον άλλο και βρίσκονται πάντα τοποθετημένοι στο κέντρο της όλης σχέσης, αδιαχώριστης από το χρόνο που κατοικεί στο κέντρο της όλης σχέσης, και της κίνησης των μεταμορφώσεών της. Το ερωτήματα που ανακύπτουν είναι: Το ασυνείδητο ως μια λογική κατασκευή, δεν ερμηνεύεται από το ενσυνείδητο υποκείμενο; Αυτή η ερμηνεία, δεν είναι μια ερμηνεία που διατυπώνει το συνειδητό για το ασυνείδητο; Το ασυνείδητο δεν περιλαμβάνεται στην ερμηνεία που διατυπώνει το συνειδητό; Το ασυνείδητο δεν έχει τη συνείδησή του; Άλλωστε η δυνατότητα ερμηνείας του δεν μάς το δείχνει; Οι απαντήσεις που έχουν δοθεί και δίνονται για τη σχέση συνειδητού-ασυνείδητου είναι διπλές: τοποθετούν το ένα στο πεδίο του πνευματικών δυνάμεων και το άλλο στο πεδίο των υλιστικών δυνάμεων.

Μια πιο ριζική προσέγγιση δεν βλέπει αυτές τις δυνάμεις, ούτε ως ανταγωνιστικές, ούτε ως συμπληρωματικές, ούτε και τις συνθέτει σε μια αδιαφοροποίητη ενότητα. Αυτό που παρουσιάζεται υπό την όψη της δυαδικότητας κυριαρχείται από έναν ενιαίο και πολλαπλασιαζόμενο ρυθμό: οι δύο εκδηλώσεις ούτε ταυτόσημες είναι, αλλά ούτε διαχωρισμένες, ενεργούν και οι δύο, ενιαία. Αν ξεπεράσουμε τις λογικές αρχές, δηλαδή την αρχή της ταυτότητας, την αρχή της αντίφασης, την αρχή του αποκλειόμενου μέσου ή τρίτου και την αρχή του αποχρώντος λόγου, τότε θα κατανοήσουμε ότι Αυτό που είναι, δεν είναι ίδιο με τον εαυτό του, είναι αντιφατικό, δεν αποκλείει το μέσο, δεν έχει αποχρώντα λόγο.

Θα κατανοήσουμε ότι η ψυχαναλυτική εργασία και όλη η επιστημονική εργασία, δεν στοχεύουν Αυτό από το οποίο όλα προέρχονται και στο οποίο μετέχουν, αλλά ασχολούνται με τη δευτερογενή παραγωγή του κόσμου σε «υποκείμενο» και «αντικείμενο», απότοκη του αποβλεπτικού ενεργήματος του ενσυνείδητου υποκειμένου και των δημιουργικών δυνατοτήτων του. Δεν αναρωτιούνται ποια είναι ο ορμή όλων αυτών, ποια η προέλευση του «υποκειμένου» και του «αντικειμένου»; Από ποιόν ορίζοντα ξεπήδησε αυτός ο διαχωρισμός και αυτοί οι προσδιορισμοί; Τί τα κάνει να εμφανίζονται, να εξαφανίζονται, να επανεμφανίζονται κατά το ρυθμό των μεταμορφώσεων; Οι ‘’φυσικοί νόμοι’’, οι ‘’αρχές’’ και οι ‘’κανόνες’’ που διέπουν το «υποκείμενο», το «αντικείμενο» και τις σχέσεις τους είναι αναλλοίωτα και αιωνίως στατικά; δεν υπόκεινται στο χρόνο; δηλαδή δεν μεταβάλλονται κατά την ερμηνευτική δυναμική που κάθε φορά αναπτύσσεται στο χρόνο, με το χρόνο; Τι είναι αυτό που επιδέχεται απεριόριστων ερμηνευτικών προσδιορισμών, δίχως αυτό να εξαντλείται σ΄αυτές; Τι κάνει τις ερμηνείες να διαφοροποιούνται και να αλλάζουν; Η ίδια η φαινομενολογία του ερμηνευτικού εγχειρήματος δεν μάς δείχνει την Ανοιχτότητα του Κόσμου, δηλαδή τις μεταμορφώσεις του; Η Ανοιχτότητα δεν συστήνει την αγωνία του ανθρώπου; Όσο το γνωστικό εγχείρημα παραμένει ενδοκοσμικό, δηλαδή δέσμιο της αλήθειας, του όλου, της πραγματικότητας, του πραγματικού, τόσο θα αφήνει τον Κόσμο, άσκεφτο, και τον άνθρωπο περιορισμένο στη φαινομενολογική/ατομική του ύπαρξη.

Μπορούμε να αναλάβουμε τη δυαδική αντίθεση συνειδητού και ασυνειδήτου και να την εγγράψουμε στον σφαιρικό χωροχρόνο και στις μεταμορφώσεις του. Ανατρέχοντας πέραν της διάκρισης, διασχίζοντάς την, έχουμε να σκεφτούμε το αινιγματικό κέντρο από όπου προέρχονται οι μεταγενέστερες διαφοροποιήσεις και αντιθέσεις. Το κέντρο αυτό – το διαρθρωμένο και εν κινήσει σύνολο – δεν δρά σαν αιτία, πραγματική, μεταφυσική ή μεταφορική, αλλά αυτό το κέντρο, παρόν-απόν, ένα και διαφοροποιημένο μαζί, γνωρίζει πολλαπλές μεταμορφώσεις, χωρίς να μπορούμε να πούμε ποια διάσταση προηγείται και ποια έπεται. Συνειδητό και Ασυνείδητο δεν είναι παρά όψεις, ίδιες και ενάντιες αυτού του αποσπασματικού-ολικού Σχεδίου, ενός Σχεδίου πρωτότυπου, δίχως πρότυπο. Ενός Σχεδίου όπου το τυχαίο είναι το όργανο της αναγκαιότητας που δεν αποτελεί το αμετάκλητο και ουδέποτε επέρχεται ολοκληρωτικά και ουδέποτε πραγματοποιείται εντελώς. Το συμβάν του κόσμου είναι διαφοροποιημένο απροσδιόριστα.

Γιατί το τίποτα είναι διαρκώς επί το έργον, εκμηδενίζει. Αυτό που φανερώθηκε, δημιουργήθηκε ‘η παράχθηκε έχει επίσης διαγραφεί. Το τίποτα είναι μαζί το ασήμαντο τίποτα που τα αναιρεί όλα και το άλλο πρόσωπο του όλου. Όλον και τίποτα ενώνονται, διαφοροποιημένα.