Η δυτική μεταφυσική, από τον Παρμενίδη έως τον ολοκληρωτικό της θρίαμβο στη νεωτερική τεχνο-επιστήμη που την πραγματώνει, καταργώντας την, έχει διαγράψει πλέον τον ιστορικό της κύκλο. Η ίδια η λογική που αναζήτησε το σταθερό, το καθολικό, το αναλλοίωτο και το θεμελιώδες μετασχηματίστηκε σταδιακά σε τεχνική δυνατότητα καθολικής αναπαράστασης, υπολογισμού και ελέγχου. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται το παράδοξο της ολοκλήρωσής της: η μεταφυσική, επιδιώκοντας να καταστήσει τον Κόσμο πλήρως νοητό, αντικειμενοποιήσιμο και διαθέσιμο στη γνώση, μετουσιώνει το αίτημά της σε τεχνο-επιστημονική μαθηματική λογική, η οποία μετατρέπει τη γνώση σε λειτουργία, την πρόβλεψη σε δυνατότητα παρέμβασης και την αναπαράσταση σε μηχανισμό μετασχηματισμού. Όμως ο Κόσμος που προκύπτει από αυτή την κίνηση δεν επιβεβαιώνει την τελική επάρκεια των παλαιών κατηγοριών· αντίθετα, αποκαλύπτει τα όριά τους. Οι θεμελιώδεις αντιθέσεις που οργάνωσαν επί αιώνες τη μεταφυσική σκέψη — το Είναι απέναντι στο μη-Είναι, η ουσία ως σταθερό υπόβαθρο πίσω από τα φαινόμενα, το υποκείμενο απέναντι στο αντικείμενο, η αλήθεια ως απόλυτη και οριστική αντιστοιχία — δεν επαρκούν πλέον για να κατανοήσουν έναν Κόσμο πολλαπλό, αλληλοδιαπερατό, μεταβαλλόμενο και χωρίς υπερβατικό προνομιακό κέντρο.
Η υπέρβαση αυτών των μεταφυσικών και λογικών κατηγοριών, ωστόσο, δεν σημαίνει την απλή απόρριψη της μεταφυσικής ούτε την αντικατάσταση ενός συστήματος από ένα άλλο. Το ζητούμενο είναι να μετατοπιστεί η σκέψη προς εκείνο που η ίδια η μεταφυσική, μέσα στην αναζήτησή της για θεμέλια, άφησε αθέατο: το Αθεμελίωτο, το Άσκεφτο, το παράδοξο, το διφορούμενο, το αντιφατικό, την ενδεχομενικότητα των πολλαπλών κόσμων και το αβυσσαλέο χάος από το οποίο αναδύονται ιδέες, μορφές και σημασίες. Ο Κόσμος δεν νοείται πλέον ως κλειστή ολότητα που αναμένει την τελική της ερμηνεία, αλλά ως Ανοιχτή Ολότητα, της οποίας η ενότητα δεν αναιρεί την πολλαπλότητα και η πολλαπλότητα δεν διαλύει την ενότητα. Το Άπειρο Μηδέν δεν εμφανίζεται εδώ ως μια νέα μεταφυσική αρχή, αλλά ως το όνομα της αθεμελίωτης Ανοιχτότητας από την οποία οι μορφές, οι σχέσεις και οι κόσμοι μπορούν διαρκώς να αναδύονται, να μεταμορφώνονται και να μηδενίζονται. Η σκέψη μετατοπίζεται από την αναζήτηση του τελικού θεμελίου προς την ανίχνευση του Αόρατου Ρυθμού που συντονίζει, διαφοροποιεί και μεταμορφώνει τις αντιθέσεις χωρίς να τις καθηλώνει σε αμετάβλητες δυαδικότητες.
Μέσα σε αυτή την κίνηση αλλάζει και το ίδιο το νόημα της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία δεν είναι πλέον ένα σύστημα που αποσκοπεί στην κατοχή της αλήθειας, αλλά μια αδιάκοπη άσκηση έκθεσης στο Ερώτημα. Το Ερώτημα είναι η ανθρώπινη μορφή της Αρχέγονης Ανοιχτότητας, η δυνατότητα της σκέψης να αναγνωρίζει ότι ο Κόσμος υπερβαίνει κάθε αναπαράστασή του. Η φιλοσοφία γίνεται τότε όχι η τελευταία λέξη για τον Κόσμο, αλλά η διαρκής άσκηση μέσα από την οποία ο άνθρωπος μαθαίνει να κατοικεί σε έναν Κόσμο που δεν εξαντλείται από τις λέξεις, τις έννοιες και τα συμβολικά συστήματά του.











